Греческий словарь
с грамматикой

εγκληματικός

[eŋklimaˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
уголовный, криминальный
criminal, related to crime · εγκληματικός κώδικας — уголовный кодекс
2
преступный, противоправный
criminal, culpable (of actions or people) · εγκληματική συμπεριφορά — преступное поведение

Грамматика

мужской род
им.
εγκληματικός
вин.
εγκληματικό
род.
εγκληματικού
зват.
εγκληματικέ
женский род
им.
εγκληματική
вин.
εγκληματική
род.
εγκληματικής
зват.
εγκληματική
средний род
им.
εγκληματικό
вин.
εγκληματικό
род.
εγκληματικού
зват.
εγκληματικό

Примеры

Το εγκληματικό δίκαιο είναι πολύ περίπλοκο.
Уголовное право очень сложное. · Criminal law is very complex.
Η εγκληματική δραστηριότητα αυξήθηκε σε αυτή την περιοχή.
Криминальная активность возросла в этом районе. · Criminal activity has increased in this area.
Οι εγκληματικοί οργανισμοί είναι κίνδυνος για την κοινωνία.
Преступные организации представляют опасность для общества. · Criminal organisations pose a danger to society.
Έχει εγκληματική καταγωγή και δεν μπορεί να εργαστεί εδώ.
Он имеет судимость и не может здесь работать. · He has a criminal record and cannot work here.