Греческий словарь
с грамматикой

εγκληματίας

[eŋklimaˈtias]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
преступник, уголовник
criminal, offender · άνθρωπος που κάνει εγκλήματα — человек, который совершает преступления

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο εγκληματίας
вин.
τον εγκληματία
род.
του εγκληματία
зват.
εγκληματία
Мн. ч.
им.
οι εγκληματίες
вин.
τους εγκληματίες
род.
των εγκληματιών
зват.
εγκληματίες

Примеры

Ο εγκληματίας συνελήφθη από την αστυνομία.
Преступник был арестован полицией. · The criminal was arrested by the police.
Οι εγκληματίες διακατέχονταν από άπληστο πόθο.
Преступников обуревало алчное желание. · The criminals were driven by greed.
Ζητούν τον εγκληματία για τρία κλοπιμαία.
Они ищут преступника по трём кражам. · They are searching for the criminal on three theft charges.