Греческий словарь
с грамматикой

εγκεφαλικός

[eŋkefalˈikos]прилагательноеB2

Значения

1
мозговой, относящийся к головному мозгу
cerebral, relating to the brain · εγκεφαλική ενέργεια — умственная деятельность
2
инсульт (εγκεφαλικό επεισόδιο)
stroke (cerebral episode) · εγκεφαλικό επεισόδιο — инсульт

Грамматика

мужской род
им.
εγκεφαλικός
вин.
εγκεφαλικό
род.
εγκεφαλικού
зват.
εγκεφαλικέ
женский род
им.
εγκεφαλική
вин.
εγκεφαλική
род.
εγκεφαλικής
зват.
εγκεφαλική
средний род
им.
εγκεφαλικό
вин.
εγκεφαλικό
род.
εγκεφαλικού
зват.
εγκεφαλικό

Примеры

Ο εγκεφαλικός φλοιός ελέγχει τις κύριες λειτουργίες.
Мозговая кора контролирует основные функции. · The cerebral cortex controls the main functions.
Υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο πριν δύο χρόνια.
Два года назад он перенёс инсульт. · He had a stroke two years ago.
Η εγκεφαλική δραστηριότητα αυξάνεται κατά τον ύπνο REM.
Мозговая активность повышается во время REM-сна. · Brain activity increases during REM sleep.