εγκεκριμένος
[eŋɡekriˈmenos]прилагательноеB2
Значения
1
одобренный, утвержденный
approved, authorized · εγκεκριμένο σχέδιο — одобренный план
2
признанный, установленный
recognized, established · εγκεκριμένη διαδικασία — установленная процедура
Грамматика
мужской род
им.
εγκεκριμένος
вин.
εγκεκριμένο
род.
εγκεκριμένου
зват.
εγκεκριμένε
женский род
им.
εγκεκριμένη
вин.
εγκεκριμένη
род.
εγκεκριμένης
зват.
εγκεκριμένη
средний род
им.
εγκεκριμένο
вин.
εγκεκριμένο
род.
εγκεκριμένου
зват.
εγκεκριμένο
Примеры
Το έργο έχει εγκεκριμένο προϋπολογισμό από την κυβέρνηση.
Проект имеет одобренный бюджет от правительства. · The project has an approved budget from the government.
Οι εγκεκριμένες μέθοδοι είναι υποχρεωτικές για όλους.
Установленные методы обязательны для всех. · The authorized methods are mandatory for everyone.
Χρησιμοποιήστε μόνο εγκεκριμένα υλικά στην κατασκευή.
Используйте только одобренные материалы при строительстве. · Use only approved materials in the construction.