Греческий словарь
с грамматикой

εγκαταλείπω

[eŋkataˈlipo]глаголB1

Значения

1
покидать, оставлять (человека или место)
to abandon, to leave (a person or place) · εγκατάλειψε τη χώρα — покинул страну
2
предавать, бросать (в беде)
to betray, to desert (in trouble) · εγκατάλειψε τον φίλο του — бросил своего друга

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εγκαταλείπω
εσύ
εγκαταλείπεις
αυτός
εγκαταλείπει
εμείς
εγκαταλείπουμε
εσείς
εγκαταλείπετε
αυτοί
εγκαταλείπουν
Аорист
εγώ
εγκατάλειψα
εσύ
εγκατάλειψες
αυτός
εγκατάλειψε
εμείς
εγκαταλείψαμε
εσείς
εγκαταλείψατε
αυτοί
εγκατάλειψαν
Будущее
εγώ
θα εγκαταλείψω
εσύ
θα εγκαταλείψεις
αυτός
θα εγκαταλείψει
εμείς
θα εγκαταλείψουμε
εσείς
θα εγκαταλείψετε
αυτοί
θα εγκαταλείψουν

Примеры

Εγκατάλειψε το σπίτι του χωρίς να πει τίποτα.
Он покинул свой дом ничего не сказав. · He abandoned his house without saying anything.
Θα εγκαταλείψουν τη χώρα αν δεν βελτιωθούν τα πράγματα.
Они покинут страну, если ситуация не улучшится. · They will leave the country if things don't improve.
Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις τους φίλους σου στη δυσκολία.
Не следует бросать друзей в беде. · You should not abandon your friends in difficulty.
Ήταν εγκαταλειμμένο το κτίριο για χρόνια.
Здание было заброшено много лет. · The building had been abandoned for years.