Греческий словарь
с грамматикой

εγκατάσταση

[eŋkatˈastasi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
установка, монтаж (действие)
installation, setting up (action) · η εγκατάσταση του συστήματος — установка системы
2
установка, оборудование (физический объект)
installation, facility, equipment (physical object) · μια στρατιωτική εγκατάσταση — военная база
3
поселение, обустройство
settlement, establishment (of residence) · η εγκατάσταση των προσφύγων — расселение беженцев

Грамматика

Ед. ч.
им.
η εγκατάσταση
вин.
την εγκατάσταση
род.
της εγκατάστασης
зват.
εγκατάσταση
Мн. ч.
им.
οι εγκαταστάσεις
вин.
τις εγκαταστάσεις
род.
των εγκαταστάσεων
зват.
εγκαταστάσεις

Примеры

Η εγκατάσταση του κλιματιστικού χρειάζεται ειδικό τεχνικό.
Установка кондиционера требует специального техника. · The installation of the air conditioner requires a specialist technician.
Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις βρίσκονται κοντά στα σύνορα.
Военные базы расположены близко к границе. · The military installations are located near the border.
Η εγκατάσταση του πληθυσμού στα νέα χωριά ήταν αργή.
Переселение населения в новые деревни происходило медленно. · The settlement of the population in new villages was slow.
Χρειάζεται σημαντική εγκατάσταση υποδομών στην περιοχή.
Требуется значительное развитие инфраструктуры в этом регионе. · Significant infrastructure development is needed in the region.