Греческий словарь
с грамматикой

εγκαινιάζω

[eŋkeˈnja.zo]глаголC1

Значения

1
открывать (новое здание, учреждение, проект и т.п.) с торжественной церемонией
to inaugurate, to open formally with ceremony · εγκαινιάζουν το νέο μουσείο — открывают новый музей
2
начинать, вводить в обращение
to initiate, to introduce into use · εγκαινιάζει μια νέα πρακτική — вводит новую практику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εγκαινιάζω
εσύ
εγκαινιάζεις
αυτός
εγκαινιάζει
εμείς
εγκαινιάζουμε
εσείς
εγκαινιάζετε
αυτοί
εγκαινιάζουν
Аорист
εγώ
εγκαίνιασα
εσύ
εγκαίνιασες
αυτός
εγκαίνιασε
εμείς
εγκαινιάσαμε
εσείς
εγκαινιάσατε
αυτοί
εγκαίνιασαν
Будущее
εγώ
θα εγκαινιάσω
εσύ
θα εγκαινιάσεις
αυτός
θα εγκαινιάσει
εμείς
θα εγκαινιάσουμε
εσείς
θα εγκαινιάσετε
αυτοί
θα εγκαινιάσουν

Примеры

Ο δήμαρχος εγκαίνιασε το νέο δημοτικό σχολείο.
Мэр открыл новую муниципальную школу. · The mayor inaugurated the new municipal school.
Την επόμενη εβδομάδα θα εγκαινιάσουν το έργο.
На следующей неделе они откроют проект. · Next week they will launch the project.
Εγκαίνιασε μια σημαντική πολιτική για την εκπαίδευση.
Он ввел важную политику в области образования. · He initiated an important education policy.