Греческий словарь
с грамматикой

εγκαθιστώ

[eŋkaˈθisto]глаголB2

Значения

1
поселять, размещать, устанавливать (кого-либо где-либо)
to settle, to install, to establish (someone in a place) · εγκαθιστώ μια οικογένεια στο σπίτι — поселить семью в доме
2
утверждать, вводить в должность, инсталлировать
to install in office, to induct, to set up · εγκαθιστώ έναν διοικητή — назначить администратора

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εγκαθιστώ
εσύ
εγκαθιστάς
αυτός
εγκαθιστά
εμείς
εγκαθιστούμε
εσείς
εγκαθιστάτε
αυτοί
εγκαθιστούν
Аорист
εγώ
εγκατέστησα
εσύ
εγκατέστησες
αυτός
εγκατέστησε
εμείς
εγκαταστήσαμε
εσείς
εγκαταστήσατε
αυτοί
εγκατέστησαν
Будущее
εγώ
θα εγκαθιστώ
εσύ
θα εγκαθιστάς
αυτός
θα εγκαθιστά
εμείς
θα εγκαθιστούμε
εσείς
θα εγκαθιστάτε
αυτοί
θα εγκαθιστούν

Примеры

Εγκαθίστησαν την οικογένεια σε ένα καινούργιο διαμέρισμα.
Они поселили семью в новой квартире. · They settled the family in a new apartment.
Θα εγκαθιστώ τον νέο διευθυντή αύριο.
Я введу в должность нового директора завтра. · I will install the new director tomorrow.
Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν αποικίες σε όλη την περιοχή.
Римляне основали поселения по всему региону. · The Romans established colonies throughout the region.
Η κυβέρνηση εγκαθιστά νέα συστήματα ασφαλείας.
Правительство внедряет новые системы безопасности. · The government is installing new security systems.