εγγυητής
[eŋɡjiˈtis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
поручитель, гарант
guarantor, surety · εγγυητής για το δάνειο — поручитель за кредит
2
залогодатель, лицо, предоставляющее гарантию
one who provides a guarantee or pledge · εγγυητής της συμφωνίας — гарант соглашения
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εγγυητής
вин.
τον εγγυητή
род.
του εγγυητή
зват.
εγγυητή
Мн. ч.
им.
οι εγγυητές
вин.
τους εγγυητές
род.
των εγγυητών
зват.
εγγυητές
Примеры
Ο εγγυητής υπογράφει το συμβόλαιο με τον δανειστή.
Поручитель подписывает контракт с кредитором. · The guarantor signs the contract with the lender.
Χρειαζόμαστε έναν εγγυητή για την αίτηση visa.
Нам нужен поручитель для заявки на визу. · We need a guarantor for the visa application.
Οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι αν ο οφειλέτης δεν πληρώνει.
Поручители отвечают, если должник не платит. · Guarantors are liable if the debtor fails to pay.