Греческий словарь
с грамматикой

εγγυάομαι

[eŋɡiˈɑome]глаголB2

Значения

1
поручиться, гарантировать; принять на себя ответственность
to guarantee, vouch for; to stand surety for · εγγυάομαι για κάποιον — поручиться за кого-то
2
обещать, заверять
to assure, promise · εγγυάομαι ότι θα έρθω — обещаю, что приду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εγγυάομαι
εσύ
εγγυάσαι
αυτός
εγγυάται
εμείς
εγγυάμαστε
εσείς
εγγυάστε
αυτοί
εγγυάνται
Аорист
εγώ
εγγυήθηκα
εσύ
εγγυήθηκες
αυτός
εγγυήθηκε
εμείς
εγγυηθήκαμε
εσείς
εγγυηθήκατε
αυτοί
εγγυήθηκαν
Будущее
εγώ
θα εγγυηθώ
εσύ
θα εγγυηθείς
αυτός
θα εγγυηθεί
εμείς
θα εγγυηθούμε
εσείς
θα εγγυηθείτε
αυτοί
θα εγγυηθούν

Примеры

Εγγυάμαι ότι η δουλειά θα είναι έτοιμη αύριο.
Я гарантирую, что работа будет готова завтра. · I guarantee that the work will be ready tomorrow.
Ο δικηγόρος εγγυήθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου.
Адвокат поручился за невиновность подсудимого. · The lawyer vouched for the defendant's innocence.
Δεν μπορώ να εγγυηθώ για τα λόγια του.
Я не могу поручиться за его слова. · I cannot vouch for his words.
Εγγυάσου ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του.
Поручись, что он выполнит свои обязательства. · Assure me that he will fulfil his obligations.