εγγονή
[eɣɡoˈni]существительноеη · женский родA1
Значения
1
внучка
granddaughter · η εγγονή του παππού — внучка дедушки
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εγγονή
вин.
την εγγονή
род.
της εγγονής
зват.
εγγονή
Мн. ч.
им.
οι εγγονές
вин.
τις εγγονές
род.
των εγγονών
зват.
εγγονές
Примеры
Η εγγονή μου είναι πολύ έξυπνη.
Моя внучка очень умная. · My granddaughter is very clever.
Οι εγγονές του έρχονται κάθε Σάββατο.
Его внучки приходят каждую субботу. · His granddaughters come every Saturday.
Της έδωσε τη χρυσή της εγγονής.
Она дала ей золотое кольцо своей внучки. · She gave her the golden ring of her granddaughter.