είσοδος
[ˈisɔðɔs]существительноеη · женский родA1
Значения
1
вход, входная дверь
entrance, entry door · η είσοδος του σπιτιού — вход дома
2
вход, допуск, право входа
admission, entry, right of entry · είσοδος ελεύθερη — вход бесплатный
3
вступление, начало
entry, beginning, commencement · η είσοδος του χειμώνα — наступление зимы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η είσοδος
вин.
την είσοδο
род.
της εισόδου
зват.
είσοδε
Мн. ч.
им.
οι είσοδοι
вин.
τις εισόδους
род.
των εισόδων
зват.
είσοδοι
Примеры
Η είσοδος του κινηματοθέατρου είναι μεγάλη.
Вход в кинотеатр большой. · The cinema entrance is large.
Απαγορεύεται η είσοδος χωρίς εισιτήριο.
Вход без билета запрещён. · Entry without a ticket is forbidden.
Περιμέναμε στις εισόδους του σταδίου.
Мы ждали у входов на стадион. · We waited at the stadium entrances.
Με την είσοδο της άνοιξης, το καιρό αλλάζει.
С наступлением весны погода меняется. · With the arrival of spring, the weather changes.