Греческий словарь
с грамматикой

είμαι

[ˈime]глаголA1

Значения

1
быть, являться (экзистенциальное и копулятивное значение)
to be (existential and copular) · Είμαι καλά — Я в порядке
2
находиться, располагаться
to be located, to be somewhere · Είμαι στο σπίτι — Я дома

Грамматика

Настоящее время
εγώ
είμαι
εσύ
είσαι
αυτός
είναι
εμείς
είμαστε
εσείς
είστε
αυτοί
είναι
Аорист
εγώ
ήμουν
εσύ
ήσουν
αυτός
ήταν
εμείς
ήμαστε
εσείς
ήσαστε
αυτοί
ήταν
Будущее
εγώ
θα είμαι
εσύ
θα είσαι
αυτός
θα είναι
εμείς
θα είμαστε
εσείς
θα είστε
αυτοί
θα είναι

Примеры

Εγώ είμαι δάσκαλος.
Я учитель. · I am a teacher.
Είσαι καλά σήμερα;
Ты сегодня в порядке? · Are you okay today?
Η Μαρία είναι στην Αθήνα.
Мария находится в Афинах. · Maria is in Athens.
Ήμαστε στο νησί όλο το καλοκαίρι.
Мы были на острове всё лето. · We were on the island all summer.