Греческий словарь
с грамматикой

δύω

[ˈðio]глаголB1

Значения

1
заходить (о солнце, луне)
to set (of the sun, moon) · ο ήλιος δύει — солнце заходит
2
погружаться, тонуть
to sink, to plunge · δύνει στο νερό — погружается в воду
3
заканчиваться, приходить в упадок
to decline, to come to an end · η αυτοκρατορία δύει — империя приходит в упадок

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δύω
εσύ
δύεις
αυτός
δύει
εμείς
δύουμε
εσείς
δύετε
αυτοί
δύουν
Аорист
εγώ
έδυσα
εσύ
έδυσες
αυτός
έδυσε
εμείς
έδυσαν
εσείς
έδυσαν
αυτοί
έδυσαν
Будущее
εγώ
θα δύσω
εσύ
θα δύσεις
αυτός
θα δύσει
εμείς
θα δύσουμε
εσείς
θα δύσετε
αυτοί
θα δύσουν

Примеры

Το ηλιοβασίλεμα δύει πίσω από τα βουνά.
Солнце заходит за горы. · The sun is setting behind the mountains.
Έδυσε μέσα στο σκοτάδι και χάθηκε.
Он погрузился в тьму и исчез. · He plunged into the darkness and disappeared.
Η παλιά αυτοκρατορία δύει σιγά σιγά.
Старая империя постепенно приходит в упадок. · The old empire is slowly declining.
Θα δύσει ο ήλιος σε λίγα λεπτά.
Солнце зайдёт через несколько минут. · The sun will set in a few minutes.