Греческий словарь
с грамматикой

δύναμαι

[ˈðinəmɛ]глаголA1

Значения

1
мочь, быть в состоянии
can, be able to · δεν δύναμαι να έρθω — я не могу прийти
2
иметь возможность, получается
it is possible, manage to · δύναται να γίνει — это может произойти

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δύναμαι
εσύ
δύνασαι
αυτός
δύναται
εμείς
δυνάμαστε
εσείς
δύνασθε
αυτοί
δύνανται
Аорист
εγώ
δυνήθηκα
εσύ
δυνήθηκες
αυτός
δυνήθηκε
εμείς
δυνηθήκαμε
εσείς
δυνηθήκατε
αυτοί
δυνήθηκαν
Будущее
εγώ
θα δυνηθώ
εσύ
θα δυνηθείς
αυτός
θα δυνηθεί
εμείς
θα δυνηθούμε
εσείς
θα δυνηθείτε
αυτοί
θα δυνηθούν

Примеры

Δύναμαι να σας βοηθήσω αύριο.
Я могу вам помочь завтра. · I can help you tomorrow.
Δεν δύναται να έρθει στο πάρτι.
Он не может прийти на вечеринку. · He cannot come to the party.
Θα δυνηθούμε να ταξιδέψουμε το καλοκαίρι.
Мы сможем путешествовать летом. · We will be able to travel in summer.
Δυνήθηκα να τελειώσω τη δουλειά εγκαίρως.
Мне удалось закончить работу вовремя. · I managed to finish the work on time.