δόκτορας
[ˈðoktoras]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
врач
doctor, physician · πάω στον δόκτορα — идти к врачу
2
доктор (учёная степень)
doctor (academic degree) · δόκτορας της φιλοσοφίας — доктор философии
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δόκτορας
вин.
τον δόκτορα
род.
του δόκτορα
зват.
δόκτορα
Мн. ч.
им.
οι δόκτορες
вин.
τους δόκτορες
род.
των δόκτορων
зват.
δόκτορες
Примеры
Ο δόκτορας είναι στο νοσοκομείο.
Врач находится в больнице. · The doctor is at the hospital.
Πήγα στον δόκτορα χθες το πρωί.
Я пошёл к врачу вчера утром. · I went to the doctor yesterday morning.
Οι δόκτορες συμβουλεύουν τον ασθενή.
Врачи консультируют пациента. · The doctors advise the patient.
Ο πατέρας μου είναι δόκτορας φιλοσοφίας.
Мой отец доктор философии. · My father is a doctor of philosophy.