Греческий словарь
с грамматикой

δωρίζω

[ðoˈrizo]глаголB1

Значения

1
дарить, преподносить в дар
to give as a gift, to present · δωρίζω ένα δώρο — дарю подарок
2
жертвовать, дарить (организации, учреждению)
to donate, to contribute · δωρίζω χρήματα σε φιλανθρωπικό ίδρυμα — жертвую деньги благотворительной организации
3
наделять, одарять (качеством, способностью)
to endow, to bestow (with a quality) · η φύση δώρισε όλους με ταλέντο — природа наделила всех талантом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δωρίζω
εσύ
δωρίζεις
αυτός
δωρίζει
εμείς
δωρίζουμε
εσείς
δωρίζετε
αυτοί
δωρίζουν
Аорист
εγώ
δώρισα
εσύ
δώρισες
αυτός
δώρισε
εμείς
δωρίσαμε
εσείς
δωρίσατε
αυτοί
δώρισαν
Будущее
εγώ
θα δωρίσω
εσύ
θα δωρίσεις
αυτός
θα δωρίσει
εμείς
θα δωρίσουμε
εσείς
θα δωρίσετε
αυτοί
θα δωρίσουν

Примеры

Δώρισε ένα βιβλίο στον καλύτερο φίλο του.
Он подарил книгу своему лучшему другу. · He gave a book as a gift to his best friend.
Πολλοί δωρίζουν χρήματα για ανθρωπιστικούς σκοπούς.
Многие жертвуют деньги в благотворительных целях. · Many people donate money for humanitarian causes.
Η τύχη τον δώρισε με εξαιρετικό ταλέντο.
Судьба наделила его исключительным талантом. · Fortune endowed him with exceptional talent.
Δωρίζοντας τα όργανα, βοηθάς αλλά ανθρώπους.
Жертвуя органы, ты помогаешь другим людям. · By donating organs, you help other people.