Греческий словарь
с грамматикой

δυστυχώ

[ðistiˈxo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
быть несчастным, несчастливым
to be unfortunate, to be unhappy · δυστυχώ στη ζωή μου — я несчастлив в своей жизни
2
потерпеть неудачу, потерпеть беду
to meet with misfortune, to suffer a setback · δυστύχησε στα επιχειρήματά του — его предприятие потерпело неудачу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δυστυχώ
εσύ
δυστυχείς
αυτός
δυστυχεί
εμείς
δυστυχούμε
εσείς
δυστυχείτε
αυτοί
δυστυχούν
Аорист
εγώ
δυστύχησα
εσύ
δυστύχησες
αυτός
δυστύχησε
εμείς
δυστυχήσαμε
εσείς
δυστυχήσατε
αυτοί
δυστύχησαν
Будущее
εγώ
θα δυστυχήσω
εσύ
θα δυστυχήσεις
αυτός
θα δυστυχήσει
εμείς
θα δυστυχήσουμε
εσείς
θα δυστυχήσετε
αυτοί
θα δυστυχήσουν

Примеры

Δυστυχώ επειδή έχασα τη δουλειά μου.
Я несчастен, потому что потерял работу. · I am unhappy because I lost my job.
Πολλοί δυστυχούν στη ζωή τους.
Многие люди несчастливы в своей жизни. · Many people are unhappy in their lives.
Δυστύχησε στις σπουδές του και έπρεπε να αλλάξει κατεύθυνση.
Он потерпел неудачу в учёбе и вынужден был изменить направление. · He failed in his studies and had to change direction.
Αν δυστυχήσει στο επιχείρημά του, θα ξεκινήσει ξανά.
Если его предприятие потерпит неудачу, он начнёт сначала. · If his business venture fails, he will start again.