Греческий словарь
с грамматикой

δυσλειτουργία

[disliturˈʝia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
неисправность, неправильная работа
malfunction, improper operation · δυσλειτουργία του μηχανήματος — неисправность машины
2
дисфункция (в организме или системе)
dysfunction (in body or system) · δυσλειτουργία του ήπατος — дисфункция печени

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δυσλειτουργία
вин.
τη δυσλειτουργία
род.
της δυσλειτουργίας
зват.
δυσλειτουργία
Мн. ч.
им.
οι δυσλειτουργίες
вин.
τις δυσλειτουργίες
род.
των δυσλειτουργιών
зват.
δυσλειτουργίες

Примеры

Η δυσλειτουργία του κινητού τηλεφώνου με ενοχλεί.
Неисправность мобильного телефона меня беспокоит. · The phone's malfunction is bothering me.
Ο γιατρός διάγνωσε δυσλειτουργία στο καρδιακό σύστημα.
Врач диагностировал дисфункцию сердечной системы. · The doctor diagnosed a dysfunction in the cardiac system.
Οι δυσλειτουργίες του οργανισμού εμφανίστηκαν σταδιακά.
Дисфункции организма проявились постепенно. · The body's dysfunctions appeared gradually.
Αυτή η δυσλειτουργία σχετίζεται με ηλεκτρικό σφάλμα.
Эта неправильная работа связана с электрической ошибкой. · This malfunction is related to an electrical error.