Греческий словарь
с грамматикой

δυσκολεύομαι

[ðiskoˈlevo̞me]глаголA2

Значения

1
испытывать затруднение, с трудом; иметь трудности
to have difficulty, to struggle, to find something hard · δυσκολεύομαι να μάθω ελληνικά — у меня есть трудности с изучением греческого
2
колебаться, медлить, неохотно делать что-то
to hesitate, to be reluctant, to hold back · δυσκολεύτηκε να συμφωνήσει — он неохотно согласился

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δυσκολεύομαι
εσύ
δυσκολεύεσαι
αυτός
δυσκολεύεται
εμείς
δυσκολευόμαστε
εσείς
δυσκολεύεστε
αυτοί
δυσκολεύονται
Аорист
εγώ
δυσκολεύτηκα
εσύ
δυσκολεύτηκες
αυτός
δυσκολεύτηκε
εμείς
δυσκολευτήκαμε
εσείς
δυσκολευτήκατε
αυτοί
δυσκολεύτηκαν
Будущее
εγώ
θα δυσκολευτώ
εσύ
θα δυσκολευτείς
αυτός
θα δυσκολευτεί
εμείς
θα δυσκολευτούμε
εσείς
θα δυσκολευτείτε
αυτοί
θα δυσκολευτούν

Примеры

Δυσκολεύομαι να καταλάβω τη γραμματική.
Мне трудно понять грамматику. · I find grammar hard to understand.
Δυσκολεύτηκε να πει την αλήθεια.
Ему было трудно сказать правду. · He struggled to tell the truth.
Θα δυσκολευτούν να τελειώσουν το έργο.
Им будет трудно завершить работу. · They will have difficulty finishing the project.
Δυσκολεύεστε με τα αγγλικά;
Вам трудно с английским? · Do you find English difficult?