δυσαρεστώ
[ðisareˈsto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
не нравиться, раздражать, вызывать недовольство
to displease, to annoy, to cause dissatisfaction · αυτό με δυσαρεστεί — это мне не нравится
Грамматика
Настоящее время
εγώ
δυσαρεστώ
εσύ
δυσαρεστάς
αυτός
δυσαρεστά
εμείς
δυσαρεστούμε
εσείς
δυσαρεστάτε
αυτοί
δυσαρεστούν
Аорист
εγώ
δυσαρέστησα
εσύ
δυσαρέστησες
αυτός
δυσαρέστησε
εμείς
δυσαρεστήσαμε
εσείς
δυσαρεστήσατε
αυτοί
δυσαρέστησαν
Будущее
εγώ
θα δυσαρεστήσω
εσύ
θα δυσαρεστήσεις
αυτός
θα δυσαρεστήσει
εμείς
θα δυσαρεστήσουμε
εσείς
θα δυσαρεστήσετε
αυτοί
θα δυσαρεστήσουν
Примеры
Με δυσαρεστά η αγενής συμπεριφορά του.
Его невежливое поведение меня раздражает. · His rude behavior displeases me.
Θα τον δυσαρεστήσει η απόφασή σας.
Ваше решение ему не понравится. · Your decision will displease him.
Δυσαρέστησε τη διεύθυνση η έκθεση.
Доклад не понравился руководству. · The report annoyed the management.
Του δυσαρεστούν τα βραχυπρόθεσμα σχέδια.
Краткосрочные планы его раздражают. · Short-term plans displease him.