Греческий словарь
с грамматикой

δυσαρεστημένος

[ðisarestiˈmenos]прилагательноеB1

Значения

1
недовольный, недоволен
displeased, dissatisfied · είναι δυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα — он недоволен результатом

Грамматика

мужской род
им.
δυσαρεστημένος
вин.
δυσαρεστημένο
род.
δυσαρεστημένου
зват.
δυσαρεστημένε
женский род
им.
δυσαρεστημένη
вин.
δυσαρεστημένη
род.
δυσαρεστημένης
зват.
δυσαρεστημένη
средний род
им.
δυσαρεστημένο
вин.
δυσαρεστημένο
род.
δυσαρεστημένου
зват.
δυσαρεστημένο

Примеры

Ο πελάτης είναι δυσαρεστημένος με την υπηρεσία.
Клиент недоволен оказанной услугой. · The customer is dissatisfied with the service.
Οι δυσαρεστημένοι εργάτες ζήτησαν αύξηση μισθού.
Недовольные рабочие потребовали повышения зарплаты. · The displeased workers demanded a pay raise.
Βρήκε δυσαρεστημένη την ατμόσφαιρα του γεύματος.
Ему показалась неприятной атмосфера на обеде. · He found the atmosphere at dinner displeasing.