Греческий словарь
с грамматикой

δυνατότητα

[ðinɑtoˈtitɑ]существительноеη · женский родB1

Значения

1
возможность, способность
ability, capability · έχει τη δυνατότητα να κάνει — имеет возможность делать
2
потенциал, возможности (ресурсы, средства)
potential, capacity, means · δυνατότητες του κράτους — возможности государства

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δυνατότητα
вин.
τη δυνατότητα
род.
της δυνατότητας
зват.
δυνατότητα
Мн. ч.
им.
οι δυνατότητες
вин.
τις δυνατότητες
род.
των δυνατοτήτων
зват.
δυνατότητες

Примеры

Έχεις τη δυνατότητα να αλλάξεις δουλειά;
У тебя есть возможность сменить работу? · Do you have the ability to change jobs?
Οι δυνατότητές μας είναι περιορισμένες αυτή τη στιγμή.
Наши возможности сейчас ограничены. · Our resources are limited at the moment.
Η χώρα έχει μεγάλες δυνατότητες στην τεχνολογία.
Страна имеет большой потенциал в технологиях. · The country has great potential in technology.
Χρησιμοποίησε κάθε δυνατότητα που είχε για να επιτύχει.
Он использовал каждый свой ресурс, чтобы добиться успеха. · He used every means at his disposal to succeed.