Греческий словарь
с грамматикой

δρώ

[ˈðro]глаголC1

Значения

1
действовать, поступать, вести себя
to act, to behave, to conduct oneself · δρώ σωστά — я действую правильно
2
совершать, исполнять (действие, роль)
to perform, to play (a role), to execute · δρώ ρόλο — я играю роль

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δρώ
εσύ
δράς
αυτός
δρά
εμείς
δράμε
εσείς
δράτε
αυτοί
δράνε
Аорист
εγώ
έδρασα
εσύ
έδρασες
αυτός
έδρασε
εμείς
δράσαμε
εσείς
δράσατε
αυτοί
έδρασαν
Будущее
εγώ
θα δράσω
εσύ
θα δράσεις
αυτός
θα δράσει
εμείς
θα δράσουμε
εσείς
θα δράσετε
αυτοί
θα δράσουν

Примеры

Πώς δράς όταν αντιμετωπίζεις δυσκολίες;
Как ты действуешь, когда сталкиваешься с трудностями? · How do you act when you face difficulties?
Στο θέατρο έδρασε τον Άμλετ με μεγάλη επιτυχία.
В театре он исполнил роль Гамлета с большим успехом. · In the theatre he played Hamlet with great success.
Πρέπει να δράσουμε γρήγορα αν θέλουμε να σώσουμε το έργο.
Мы должны действовать быстро, если хотим спасти проект. · We must act quickly if we want to save the project.
Δρώντας ως δικηγόρος, δέχτηκε πολλές υποθέσεις.
Работая адвокатом, он принял много дел. · Acting as a lawyer, he took on many cases.