δρομολόγιο
[dromoˈloʝo]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
маршрут, маршрутный лист (автобуса, поезда, самолёта)
route, itinerary (of a bus, train, plane) · δρομολόγιο λεωφορείου — маршрут автобуса
2
расписание (движения транспорта)
schedule, timetable (of transport) · το δρομολόγιο του τρένου — расписание поезда
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δρομολόγιο
вин.
το δρομολόγιο
род.
του δρομολογίου
зват.
δρομολόγιο
Мн. ч.
им.
τα δρομολόγια
вин.
τα δρομολόγια
род.
των δρομολογίων
зват.
δρομολόγια
Примеры
Ποιο είναι το δρομολόγιο του λεωφορείου;
Какой маршрут у автобуса? · What is the bus route?
Τα δρομολόγια αλλάζουν κάθε χρόνο.
Маршруты меняются каждый год. · The routes change every year.
Πρέπει να ελέγξω το δρομολόγιο του τρένου.
Мне нужно проверить расписание поезда. · I need to check the train schedule.
Τα δρομολόγια των πτήσεων είναι στην αίθουσα αναμονής.
Расписания полётов находятся в зале ожидания. · The flight schedules are in the waiting room.