δρομολογώ
[ðromoloˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2
Значения
1
маршрутизировать, составлять маршрут
to route, to schedule a route · δρομολογώ ένα λεωφορείο — маршрутизирую автобус
2
направлять (бумаги, документы) по назначению
to direct, to send through proper channels · δρομολογώ ένα έγγραφο — направляю документ по назначению
Грамматика
Настоящее время
εγώ
δρομολογώ
εσύ
δρομολογείς
αυτός
δρομολογεί
εμείς
δρομολογούμε
εσείς
δρομολογείτε
αυτοί
δρομολογούν
Аорист
εγώ
δρομολόγησα
εσύ
δρομολόγησες
αυτός
δρομολόγησε
εμείς
δρομολογήσαμε
εσείς
δρομολογήσατε
αυτοί
δρομολόγησαν
Будущее
εγώ
θα δρομολογήσω
εσύ
θα δρομολογήσεις
αυτός
θα δρομολογήσει
εμείς
θα δρομολογήσουμε
εσείς
θα δρομολογήσετε
αυτοί
θα δρομολογήσουν
Примеры
Το λεωφορείο δρομολογείται κάθε πρωί στην αστική περιοχή.
Автобус маршрутизируется каждое утро в городскую зону. · The bus is routed every morning through the urban area.
Δρομολόγησαν το έγγραφο προς τη σχετική υπηρεσία.
Они направили документ в соответствующий департамент. · They sent the document to the relevant department.
Θα δρομολογήσουμε τα πακέτα μέσω του κεντρικού αποθήκευσης χώρου.
Мы будем маршрутизировать посылки через центральный склад. · We will route the packages through the central warehouse.