Греческий словарь
с грамматикой

δραστικότητα

[drastiˈkotita]существительноеη · женский родC1

Значения

1
решительность, энергичность, активность в действии
decisiveness, vigour, energetic action · δράση με δραστικότητα — действовать решительно
2
эффективность, результативность
effectiveness, potency · η δραστικότητα του φαρμάκου — эффективность лекарства

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δραστικότητα
вин.
την δραστικότητα
род.
της δραστικότητας
зват.
δραστικότητα
Мн. ч.
им.
οι δραστικότητες
вин.
τις δραστικότητες
род.
των δραστικοτήτων
зват.
δραστικότητες

Примеры

Η δραστικότητα της κυβέρνησης έσωσε την οικονομία.
Решительность правительства спасла экономику. · The government's decisiveness saved the economy.
Χρειάζεται δραστικότητα για να λύσουμε το πρόβλημα.
Нам нужна энергичность, чтобы решить эту проблему. · We need vigour to solve this problem.
Η δραστικότητα του αντιβιοτικού εξαρτάται από τη δόση.
Эффективность антибиотика зависит от дозы. · The potency of the antibiotic depends on the dose.