δραστηριότητα
[drastiˈrioˌtita]существительноеη · женский родA2
Значения
1
деятельность, активность
activity, action · πολλή δραστηριότητα — много деятельности
2
занятие, развлечение
activity, pursuit, recreation · σχολικές δραστηριότητες — школьные занятия
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δραστηριότητα
вин.
την δραστηριότητα
род.
της δραστηριότητας
зват.
δραστηριότητα
Мн. ч.
им.
οι δραστηριότητες
вин.
τις δραστηριότητες
род.
των δραστηριοτήτων
зват.
δραστηριότητες
Примеры
Η δραστηριότητα στο κατάστημα αυξήθηκε το καλοκαίρι.
Активность в магазине летом увеличилась. · Activity in the store increased in summer.
Οι παιδιά συμμετέχουν σε πολλές δραστηριότητες του σχολείου.
Дети участвуют во многих школьных мероприятиях. · Children take part in many school activities.
Την δραστηριότητα του εγκεφάλου μετρούν με ειδικές συσκευές.
Активность мозга измеряют специальными приборами. · Brain activity is measured with special devices.