Греческий словарь
с грамматикой

δραπετεύω

[ðrapɛˈtɛvo]глаголB2

Значения

1
бежать, совершить побег; избежать, убежать
to escape, to flee; to run away · δραπετεύω από τη φυλακή — убежать из тюрьмы
2
избегать (в переносном смысле)
to avoid, to evade (figuratively) · δραπετεύω την ευθύνη — избегать ответственности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δραπετεύω
εσύ
δραπετεύεις
αυτός
δραπετεύει
εμείς
δραπετεύουμε
εσείς
δραπετεύετε
αυτοί
δραπετεύουν
Аорист
εγώ
δραπέτευσα
εσύ
δραπέτευσες
αυτός
δραπέτευσε
εμείς
δραπετεύσαμε
εσείς
δραπετεύσατε
αυτοί
δραπέτευσαν
Будущее
εγώ
θα δραπετεύσω
εσύ
θα δραπετεύσεις
αυτός
θα δραπετεύσει
εμείς
θα δραπετεύσουμε
εσείς
θα δραπετεύσετε
αυτοί
θα δραπετεύσουν

Примеры

Ο κρατούμενος δραπέτευσε από τη φυλακή χθες.
Заключённый бежал из тюрьмы вчера. · The prisoner escaped from jail yesterday.
Προσπαθούσε να δραπετεύσει την ευθύνη για το λάθος.
Он пытался избежать ответственности за ошибку. · He tried to dodge responsibility for the mistake.
Πολλοί πρόσφυγες δραπετεύουν από τους πολέμους.
Многие беженцы бегут от войн. · Many refugees flee from wars.