Греческий словарь
с грамматикой

δράω

[ˈðrao]глаголB1

Значения

1
действовать, поступать
to act, to do · δράσε σωστά — поступил правильно
2
совершать, осуществлять
to perform, to carry out · δράσε θαύματα — совершал чудеса

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δράω
εσύ
δράς
αυτός
δρά
εμείς
δράμε
εσείς
δράτε
αυτοί
δράνε
Аорист
εγώ
έδρασα
εσύ
έδρασες
αυτός
έδρασε
εμείς
δράσαμε
εσείς
δράσατε
αυτοί
έδρασαν
Будущее
εγώ
θα δράσω
εσύ
θα δράσεις
αυτός
θα δράσει
εμείς
θα δράσουμε
εσείς
θα δράσετε
αυτοί
θα δράσουν

Примеры

Πρέπει να δράσουμε γρήγορα και αποφασιστικά.
Мы должны действовать быстро и решительно. · We need to act quickly and decisively.
Ο ήρωας έδρασε με μεγάλη θάρρος στη μάχη.
Герой действовал с большой смелостью в бою. · The hero acted with great courage in the battle.
Δρα σύμφωνα με το συνείδησή σου, όχι τις συμβάσεις.
Действуй в соответствии со своей совестью, а не по условностям. · Act according to your conscience, not conventions.