δράστης
[ˈðrastis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
деятель, действующее лицо
agent, doer, person who acts · ο δράστης της αλλαγής — деятель перемен
2
преступник, правонарушитель
offender, perpetrator of a crime · ο δράστης του εγκλήματος — преступник
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δράστης
вин.
τον δράστη
род.
του δράστη
зват.
δράστη
Мн. ч.
им.
οι δράστες
вин.
τους δράστες
род.
των δραστών
зват.
δράστες
Примеры
Ο δράστης του εγκλήματος συνελήφθη χθες.
Преступник был арестован вчера. · The perpetrator of the crime was arrested yesterday.
Οι δράστες της κοινωνικής αλλαγής είναι συχνά νέοι.
Деятели социальных перемен часто бывают молодыми. · Agents of social change are often young.
Την ταυτότητα του δράστη δεν την γνωρίζουμε ακόμα.
Личность преступника нам всё ещё не известна. · We still don't know the identity of the perpetrator.