Греческий словарь
с грамматикой

δράκος

[ˈðracos]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
дракон
dragon · ένας φανταστικός δράκος — волшебный дракон

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο δράκος
вин.
τον δράκο
род.
του δράκου
зват.
δράκε
Мн. ч.
им.
οι δράκοι
вин.
τους δράκους
род.
των δράκων
зват.
δράκοι

Примеры

Ο δράκος φύλαγε το θησαυρό του.
Дракон охранял свой клад. · The dragon guarded his treasure.
Στη σχολή διάβασα ένα παραμύθι με δράκους.
В школе я читал сказку с драконами. · At school I read a fairy tale with dragons.
Τον δράκο τον νίκησε ο ήρωας.
Героя победил дракона. · The hero defeated the dragon.