δούκας
[ˈðukas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
герцог
duke · ο δούκας της Νορμανδίας — герцог Нормандии
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δούκας
вин.
τον δούκα
род.
του δούκα
зват.
δούκα
Мн. ч.
им.
οι δούκες
вин.
τους δούκες
род.
των δούκων
зват.
δούκες
Примеры
Ο δούκας κυβερνούσε την περιοχή για πολλά χρόνια.
Герцог правил этой территорией много лет. · The duke ruled the region for many years.
Οι δούκες συναντήθηκαν για να συζητήσουν τη συνθήκη.
Герцоги встретились, чтобы обсудить договор. · The dukes met to discuss the treaty.
Του δούκα η κόρη παντρεύτηκε έναν ευγενή.
Дочь герцога вышла замуж за дворянина. · The duke's daughter married a nobleman.