Греческий словарь
с грамматикой

δουλεύω

[ðuˈlevo]глаголA1

Значения

1
работать
to work · δουλεύω σε εταιρεία — работаю в компании
2
служить, быть рабом
to serve, to be enslaved to · δουλεύει στον φόβο — он раб своего страха

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δουλεύω
εσύ
δουλεύεις
αυτός
δουλεύει
εμείς
δουλεύουμε
εσείς
δουλεύετε
αυτοί
δουλεύουν
Аорист
εγώ
δούλεψα
εσύ
δούλεψες
αυτός
δούλεψε
εμείς
δουλέψαμε
εσείς
δουλέψατε
αυτοί
δούλεψαν
Будущее
εγώ
θα δουλέψω
εσύ
θα δουλέψεις
αυτός
θα δουλέψει
εμείς
θα δουλέψουμε
εσείς
θα δουλέψετε
αυτοί
θα δουλέψουν

Примеры

Δουλεύω σε ένα νοσοκομείο.
Я работаю в больнице. · I work in a hospital.
Όλοι δουλεύουν σκληρά εδώ.
Здесь все работают напряженно. · Everyone works hard here.
Δούλεψες πολλές ώρες χθες;
Ты долго работал вчера? · Did you work for many hours yesterday?
Θα δουλέψουμε το Σάββατο.
Мы будем работать в субботу. · We will work on Saturday.