Греческий словарь
с грамматикой

δοξάζω

[ðɔˈksazo]глаголB1

Значения

1
прославлять, восхвалять (Бога, святого)
to glorify, to praise (God, a saint) · δοξάζουν τον Θεό — они восхвляют Бога
2
почитать, уважать, отдавать честь
to honor, to respect, to give glory · δοξάζει τους γονείς του — он чтит своих родителей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δοξάζω
εσύ
δοξάζεις
αυτός
δοξάζει
εμείς
δοξάζουμε
εσείς
δοξάζετε
αυτοί
δοξάζουν
Аорист
εγώ
δόξασα
εσύ
δόξασες
αυτός
δόξασε
εμείς
δοξάσαμε
εσείς
δοξάσατε
αυτοί
δόξασαν
Будущее
εγώ
θα δοξάσω
εσύ
θα δοξάσεις
αυτός
θα δοξάσει
εμείς
θα δοξάσουμε
εσείς
θα δοξάσετε
αυτοί
θα δοξάσουν

Примеры

Στην εκκλησία δοξάζουν τον Θεό με τραγούδια.
В церкви восхваляют Бога песнями. · In church they glorify God with hymns.
Όλοι δοξάζουν τον ήρωα για την θυσία του.
Все почитают героя за его самопожертвование. · Everyone honors the hero for his sacrifice.
Θα δοξάσουμε τη μνήμη των πολεμιστών.
Мы почтим память павших воинов. · We will honor the memory of the fallen soldiers.
Έδοξασε τους γονείς του με τη σπουδαιότητά του.
Он прославил своих родителей своим успехом. · He brought honor to his parents through his achievements.