Греческий словарь
с грамматикой

δονώ

[ðoˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
колебать, трясти, вибрировать
to shake, vibrate, oscillate · το κτίριο δονείται — здание колеблется
2
волновать, беспокоить (переносное)
to trouble, disturb, shake (emotionally) · το γεγονός τον δόνησε — событие его потрясло

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δονώ
εσύ
δονείς
αυτός
δονεί
εμείς
δονούμε
εσείς
δονείτε
αυτοί
δονούν
Аорист
εγώ
δόνησα
εσύ
δόνησες
αυτός
δόνησε
εμείς
δονήσαμε
εσείς
δονήσατε
αυτοί
δόνησαν
Будущее
εγώ
θα δονήσω
εσύ
θα δονήσεις
αυτός
θα δονήσει
εμείς
θα δονήσουμε
εσείς
θα δονήσετε
αυτοί
θα δονήσουν

Примеры

Ο σεισμός δόνησε όλα τα σπίτια στην περιοχή.
Землетрясение потрясло все дома в округе. · The earthquake shook all the houses in the area.
Η μουσική δονεί τα παράθυρα του δωματίου.
Музыка колеблет окна комнаты. · The music vibrates the windows of the room.
Η είδηση τον δόνησε βαθιά.
Это известие его глубоко потрясло. · The news deeply shook him.
Δονούμαι από το φόβο που νιώθω.
Я дрожу от страха, который чувствую. · I tremble with the fear I feel.