δομώ
[ðoˈmo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2
Значения
1
строить, возводить (здание, сооружение)
to build, to construct (a building or structure) · δομώ ένα σπίτι — строю дом
2
основывать, устанавливать, создавать (структуру, систему)
to establish, to set up, to create (a structure or system) · δομώ μια οργάνωση — создаю организацию
Грамматика
Настоящее время
εγώ
δομώ
εσύ
δομάς
αυτός
δομά
εμείς
δομούμε
εσείς
δομάτε
αυτοί
δομούν
Аорист
εγώ
δόμησα
εσύ
δόμησες
αυτός
δόμησε
εμείς
δομήσαμε
εσείς
δομήσατε
αυτοί
δόμησαν
Будущее
εγώ
θα δομήσω
εσύ
θα δομήσεις
αυτός
θα δομήσει
εμείς
θα δομήσουμε
εσείς
θα δομήσετε
αυτοί
θα δομήσουν
Примеры
Δόμησαν ένα μεγάλο νοσοκομείο στην πόλη.
Они построили большую больницу в городе. · They built a large hospital in the city.
Η κυβέρνηση δομεί μια νέα πολιτική για την εκπαίδευση.
Правительство формирует новую политику в области образования. · The government is building a new education policy.
Θα δομήσουν τις νέες δομές με ειδικούς μηχανικούς.
Они будут строить новые конструкции со специальными инженерами. · They will construct the new structures with specialist engineers.
Η δομημένη γνώση είναι σημαντική για την ανάπτυξη.
Структурированное знание важно для развития. · Structured knowledge is important for development.