Греческий словарь
с грамматикой

δολοφονώ

[ðolofoˈno]глаголB2

Значения

1
убивать с предумыслом, совершать убийство
to murder, to commit murder · δολοφονώ κάποιον — убить кого-либо с умыслом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δολοφονώ
εσύ
δολοφονείς
αυτός
δολοφονεί
εμείς
δολοφονούμε
εσείς
δολοφονείτε
αυτοί
δολοφονούν
Аорист
εγώ
δολοφόνησα
εσύ
δολοφόνησες
αυτός
δολοφόνησε
εμείς
δολοφονήσαμε
εσείς
δολοφονήσατε
αυτοί
δολοφόνησαν
Будущее
εγώ
θα δολοφονήσω
εσύ
θα δολοφονήσεις
αυτός
θα δολοφονήσει
εμείς
θα δολοφονήσουμε
εσείς
θα δολοφονήσετε
αυτοί
θα δολοφονήσουν

Примеры

Ο δολοφόνος δολοφόνησε τον πρίγκιπα τη νύχτα.
Убийца совершил убийство принца ночью. · The murderer killed the prince at night.
Δεν μπορώ να δολοφονήσω κανέναν.
Я не могу совершить убийство. · I cannot commit murder.
Αν δολοφονήσεις κάποιον, θα τιμωρηθείς.
Если ты кого-то убьёшь, будешь наказан. · If you murder someone, you will be punished.
Ο ήρωας δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του.
Героя убили его враги. · The hero was murdered by his enemies.