δοκιμαστικός
[ðokimasˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
пробный, испытательный
trial, experimental, test · δοκιμαστική περίοδος — испытательный срок
2
пилотный, опытный
pilot, proof-of-concept · δοκιμαστικό πρόγραμμα — пилотная программа
Грамматика
мужской род
им.
δοκιμαστικός
вин.
δοκιμαστικό
род.
δοκιμαστικού
зват.
δοκιμαστικέ
женский род
им.
δοκιμαστική
вин.
δοκιμαστική
род.
δοκιμαστικής
зват.
δοκιμαστική
средний род
им.
δοκιμαστικό
вин.
δοκιμαστικό
род.
δοκιμαστικού
зват.
δοκιμαστικό
Примеры
Η δοκιμαστική έκδοση του λογισμικού είναι δωρεάν.
Пробная версия программного обеспечения бесплатна. · The trial version of the software is free.
Ξεκίνησε δοκιμαστικό πρόγραμμα στις σχολές του Αττικής.
Пилотная программа началась в школах Аттики. · A pilot program started in schools in Attica.
Αυτή είναι δοκιμαστική περίοδος για τη νέα μέθοδο.
Это испытательный период для нового метода. · This is a trial period for the new method.