Греческий словарь
с грамматикой

δοκιμάζω

[ðokiˈmazo]глаголA2

Значения

1
пробовать, попробовать (еду, напиток)
to taste, to try (food, drink) · δοκιμάζω το κρασί — я пробую вино
2
испытывать, проверять (способности, качество)
to test, to try out (abilities, quality) · δοκιμάζω τα όργανα — я проверяю инструменты
3
подвергать испытанию, ставить в трудное положение
to put to the test, to try one's patience · δοκιμάζει την υπομονή μου — это испытывает мое терпение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δοκιμάζω
εσύ
δοκιμάζεις
αυτός
δοκιμάζει
εμείς
δοκιμάζουμε
εσείς
δοκιμάζετε
αυτοί
δοκιμάζουν
Аорист
εγώ
δοκίμασα
εσύ
δοκίμασες
αυτός
δοκίμασε
εμείς
δοκιμάσαμε
εσείς
δοκιμάσατε
αυτοί
δοκίμασαν
Будущее
εγώ
θα δοκιμάσω
εσύ
θα δοκιμάσεις
αυτός
θα δοκιμάσει
εμείς
θα δοκιμάσουμε
εσείς
θα δοκιμάσετε
αυτοί
θα δοκιμάσουν

Примеры

Δοκιμάζω το νέο εστιατόριο αύριο.
Завтра я попробую новый ресторан. · I'll try the new restaurant tomorrow.
Ο καθηγητής δοκιμάζει τους μαθητές κάθε εβδομάδα.
Учитель проверяет учеников каждую неделю. · The teacher tests the students every week.
Δοκίμασε το κρασί και μου είπε ότι είναι καλό.
Он попробовал вино и сказал, что оно хорошее. · He tasted the wine and told me it was good.
Αυτή η κατάσταση δοκιμάζει την αγάπη μας.
Эта ситуация испытывает нашу любовь. · This situation puts our love to the test.