Греческий словарь
с грамматикой

διώχνω

[ðiˈɔxno]глаголA2

Значения

1
гнать, прогонять, изгонять
to drive away, to chase away, to expel · διώχνω τη γάτα — я гоню кошку
2
преследовать (в суде, политически)
to prosecute, to persecute · διώχνουν τους αντιφρονούντες — они преследуют инакомыслящих

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διώχνω
εσύ
διώχνεις
αυτός
διώχνει
εμείς
διώχνουμε
εσείς
διώχνετε
αυτοί
διώχνουν
Аорист
εγώ
διώξα
εσύ
διώξες
αυτός
διώξε
εμείς
διώξαμε
εσείς
διώξατε
αυτοί
διώξαν
Будущее
εγώ
θα διώξω
εσύ
θα διώξεις
αυτός
θα διώξει
εμείς
θα διώξουμε
εσείς
θα διώξετε
αυτοί
θα διώξουν

Примеры

Ο σκύλος διώχνει τις περιστέρες από το πάρκο.
Собака гонит голубей из парка. · The dog chases pigeons away from the park.
Τον διώξαν από την εταιρεία μετά το σκάνδαλο.
Его выгнали из компании после скандала. · He was expelled from the company after the scandal.
Θα διώξουν τους αυτοκρατορικούς από το έδαφος.
Они изгонят захватчиков с территории. · They will drive out the invaders from the territory.
Διώχνονταν για τις πολιτικές τους απόψεις.
Его преследовали за его политические взгляды. · He was persecuted for his political views.