Греческий словарь
с грамматикой

διώκω

[ðiˈɔko]глаголB1

Значения

1
преследовать, гнаться за кем-л.
to chase, to pursue · διώκω έναν δράστη — преследую преступника
2
преследовать (судебно, политически)
to prosecute, to persecute · διώκεται για απάτη — его преследуют за мошенничество
3
добиваться, стремиться к чему-л.
to pursue, to seek (an aim, goal) · διώκει την ευτυχία — ищет счастье

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διώκω
εσύ
διώκεις
αυτός
διώκει
εμείς
διώκουμε
εσείς
διώκετε
αυτοί
διώκουν
Аорист
εγώ
δίωξα
εσύ
δίωξες
αυτός
δίωξε
εμείς
διώξαμε
εσείς
διώξατε
αυτοί
δίωξαν
Будущее
εγώ
θα διώξω
εσύ
θα διώξεις
αυτός
θα διώξει
εμείς
θα διώξουμε
εσείς
θα διώξετε
αυτοί
θα διώξουν

Примеры

Η αστυνομία διώκει τον ύποπτο.
Полиция преследует подозреваемого. · The police are chasing the suspect.
Διώχθη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Его судили за преступления против человечества. · He was prosecuted for crimes against humanity.
Πολλοί άνθρωποι διώκουν τα όνειρά τους.
Многие люди стремятся к своим мечтам. · Many people pursue their dreams.
Θα διώξουμε τις δυσκολίες και θα επιτύχουμε.
Мы преодолеем трудности и добьёмся успеха. · We will overcome the difficulties and succeed.