Греческий словарь
с грамматикой

διώκτης

[ˈðjoktis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
преследователь, гонитель
persecutor, pursuer · ο διώκτης των χριστιανών — гонитель христиан
2
обвинитель, прокурор
prosecutor · ο διώκτης της υπόθεσης — обвинитель по делу

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διώκτης
вин.
τον διώκτη
род.
του διώκτη
зват.
διώκτη
Мн. ч.
им.
οι διώκτες
вин.
τους διώκτες
род.
των διωκτών
зват.
διώκτες

Примеры

Οι διώκτες αναζητούσαν τους δραπέτες.
Гонители искали беглецов. · The pursuers searched for the fugitives.
Ο διώκτης υπέβαλε την κατηγορία.
Обвинитель внёс обвинение. · The prosecutor filed charges.
Ιστορικά, πολλοί ήταν διώκτες του λαού.
Исторически многие были гонителями народа. · Historically, many were persecutors of the people.