Греческий словарь
с грамматикой

διωκόμενος

[ðjoˈkomenos]прилагательноеC1

Значения

1
преследуемый, гонимый
persecuted, hunted · διωκόμενη μειονότητα — преследуемое меньшинство
2
разыскиваемый (преступник)
wanted, sought (by authorities) · διωκόμενος εγκληματίας — разыскиваемый преступник

Грамматика

мужской род
им.
διωκόμενος
вин.
διωκόμενο
род.
διωκόμενου
зват.
διωκόμενε
женский род
им.
διωκόμενη
вин.
διωκόμενη
род.
διωκόμενης
зват.
διωκόμενη
средний род
им.
διωκόμενο
вин.
διωκόμενο
род.
διωκόμενου
зват.
διωκόμενο

Примеры

Οι διωκόμενες μειονότητες ζούσαν σε δύσκολες συνθήκες.
Преследуемые меньшинства жили в сложных условиях. · The persecuted minorities lived in difficult conditions.
Ο διωκόμενος πολιτικός πρόσφυγε στο εξωτερικό.
Гонимый политик бежал за границу. · The hunted politician fled abroad.
Ο διωκόμενος εγκληματίας αναζητούνταν από την αστυνομία.
Разыскиваемый преступник искался полицией. · The wanted criminal was being sought by the police.