Греческий словарь
с грамматикой

διψάω

[ðipˈsao]глаголA1

Значения

1
хотеть пить, испытывать жажду
to be thirsty, to want to drink · Διψώ πολύ — Я очень хочу пить
2
жаждать (переносное значение)
to crave, to thirst for (figurative) · διψώ για γνώση — жажду знаний

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διψώ
εσύ
διψάς
αυτός
διψά
εμείς
διψάμε
εσείς
διψάτε
αυτοί
διψάνε
Аорист
εγώ
δίψασα
εσύ
δίψασες
αυτός
δίψασε
εμείς
διψάσαμε
εσείς
διψάσατε
αυτοί
δίψασαν
Будущее
εγώ
θα διψάσω
εσύ
θα διψάσεις
αυτός
θα διψάσει
εμείς
θα διψάσουμε
εσείς
θα διψάσετε
αυτοί
θα διψάσουν

Примеры

Διψώ και θέλω ένα ποτήρι νερό.
Я хочу пить и мне нужен стакан воды. · I'm thirsty and I need a glass of water.
Τα παιδιά διψάνε μετά το ποδόσφαιρο.
Дети хотят пить после футбола. · The children are thirsty after football.
Διψούσε για δικαιοσύνη όλη του τη ζωή.
Он жаждал справедливости всю свою жизнь. · He thirsted for justice his entire life.
Θα διψάσω αν δεν πιω νερό τώρα.
Я буду хотеть пить, если не пью воду сейчас. · I will get thirsty if I don't drink water now.