Греческий словарь
с грамматикой

διστακτικός

[ðistaktiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
нерешительный, колеблющийся
hesitant, indecisive · διστακτικός άνθρωπος — нерешительный человек
2
неуверенный, робкий
uncertain, timid · διστακτικό βήμα — робкий шаг

Грамматика

мужской род
им.
διστακτικός
вин.
διστακτικό
род.
διστακτικού
зват.
διστακτικέ
женский род
им.
διστακτική
вин.
διστακτική
род.
διστακτικής
зват.
διστακτική
средний род
им.
διστακτικό
вин.
διστακτικό
род.
διστακτικού
зват.
διστακτικό

Примеры

Ήταν διστακτικός να πάρει τη δύσκολη απόφαση.
Он колебался, принимая трудное решение. · He was hesitant about making the difficult decision.
Η διστακτική της απάντηση έδειχνε αμφιβολίες.
Её неуверенный ответ выдавал сомнения. · Her uncertain answer revealed doubts.
Κάνει διστακτικά βήματα προς το σκοτάδι.
Он делает робкие шаги в темноту. · He takes tentative steps into the darkness.