Греческий словарь
с грамматикой

διστάζω

[ðisˈtazo]глаголB1

Значения

1
колебаться, сомневаться, не решаться
to hesitate, to be unsure, to waver · διστάζω να πω την αλήθεια — колеблюсь, не решаюсь сказать правду
2
медлить, промедлить, откладывать
to delay, to dally, to tarry · διστάζουν να ξεκινήσουν — они медлят с началом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διστάζω
εσύ
διστάζεις
αυτός
διστάζει
εμείς
διστάζουμε
εσείς
διστάζετε
αυτοί
διστάζουν
Аорист
εγώ
δίστασα
εσύ
δίστασες
αυτός
δίστασε
εμείς
διστάσαμε
εσείς
διστάσατε
αυτοί
δίστασαν
Будущее
εγώ
θα διστάσω
εσύ
θα διστάσεις
αυτός
θα διστάσει
εμείς
θα διστάσουμε
εσείς
θα διστάσετε
αυτοί
θα διστάσουν

Примеры

Δίστασε πολλά λεπτά πριν απαντήσει.
Он долго колебался, прежде чем ответить. · He hesitated for several minutes before answering.
Δεν διστάζω να σας πω ό,τι σκέφτομαι.
Я не колеблюсь, чтобы сказать вам, что я думаю. · I don't hesitate to tell you what I think.
Διστάζουν να κάνουν αυτή την απόφαση χωρίς συμβουλή.
Они не решаются принять это решение без совета. · They waver about making this decision without advice.
Διστάζοντας, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.
Медля и колеблясь, мы теряем драгоценное время. · By dallying and hesitating, we lose precious time.