δισκοπότηρο
[ðiskoˈpotiːro]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
потир (чаша для причащения)
chalice, paten (Eucharistic vessel) · το δισκοπότηρο στην εκκλησία — потир в церкви
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δισκοπότηρο
вин.
το δισκοπότηρο
род.
του δισκοποτήρου
зват.
δισκοπότηρο
Мн. ч.
им.
τα δισκοπότηρα
вин.
τα δισκοπότηρα
род.
των δισκοποτήρων
зват.
δισκοπότηρα
Примеры
Ο ιερέας ύψωσε το δισκοπότηρο κατά την Θεία Λειτουργία.
Священник поднял потир во время Божественной литургии. · The priest lifted the chalice during the Divine Liturgy.
Τα δισκοπότηρα είναι φτιαγμένα από χρυσό.
Потиры сделаны из золота. · The chalices are made of gold.
Χρειάζεται καθαρισμός του δισκοποτήρου μετά τη λειτουργία.
Потир нуждается в очистке после богослужения. · The chalice requires cleaning after the service.