δισκογραφικός
[diskoyraˈfikos]прилагательноеB2
Значения
1
относящийся к звукозаписи, дискографический
relating to sound recording, discographic · δισκογραφική βιομηχανία — звукозаписывающая промышленность
2
относящийся к дискографии (полному списку записей)
relating to discography (complete record of recordings) · δισκογραφική αναφορά — дискографическое описание
Грамматика
мужской род
им.
δισκογραφικός
вин.
δισκογραφικό
род.
δισκογραφικού
зват.
δισκογραφικέ
женский род
им.
δισκογραφική
вин.
δισκογραφική
род.
δισκογραφικής
зват.
δισκογραφική
средний род
им.
δισκογραφικό
вин.
δισκογραφικό
род.
δισκογραφικού
зват.
δισκογραφικό
Примеры
Η δισκογραφική του αρχειοθήκη είναι πολύ εντυπωσιακή.
Его дискографический архив весьма впечатляющий. · His discographic archive is very impressive.
Αυτή η δισκογραφική εταιρεία παράγει κλασική μουσική.
Эта звукозаписывающая компания производит классическую музыку. · This recording company produces classical music.
Οι δισκογραφικοί κατάλογοι δείχνουν όλα τα άλμπουμ του καλλιτέχνη.
Дискографические каталоги содержат все альбомы артиста. · The discographic catalogues list all the artist's albums.