δισκογραφία
[ðiskoɣraˈfi.a]существительноеη · женский родB2
Значения
1
дискография, полный список записанных произведений артиста
discography, complete list of recorded works by an artist · η δισκογραφία του τραγουδιστή — дискография певца
2
изучение истории звукозаписи и граммофонных записей
study of the history of sound recording and phonograph records · έρευνα για τη δισκογραφία — исследование дискографии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δισκογραφία
вин.
τη δισκογραφία
род.
της δισκογραφίας
зват.
δισκογραφία
Мн. ч.
им.
οι δισκογραφίες
вин.
τις δισκογραφίες
род.
των δισκογραφιών
зват.
δισκογραφίες
Примеры
Η δισκογραφία του Μίκη Θεοδωράκη περιλαμβάνει περισσότερα από εκατό άλμπουμ.
Дискография Микиса Теодоракиса включает более сотни альбомов. · Mikis Theodorakis's discography includes more than a hundred albums.
Ο μουσικολόγος μελετά τη δισκογραφία των ελληνικών σε τραγουδιών.
Музыковед изучает дискографию греческих ребоапевцов. · The musicologist studies the discography of Greek folk singers.
Βρήκα αναλυτική δισκογραφία του καλλιτέχνη στο διαδίκτυο.
Я нашел подробную дискографию этого артиста в интернете. · I found a detailed discography of the artist online.